Δεν ήταν απόφαση· ήταν ανάγκη. Έπιασα χαρτί και στυλό γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να σταθώ. Κάποια πράγματα δεν λέγονται, δεν εξηγούνται — μόνο γράφονται. Και με κάθε λέξη που έβγαινε, ήταν σαν να άφηνα λίγο από το βάρος πίσω.
Γι’ αυτό και το έγραψα έτσι: γιατί ο πόνος, όταν δεν τον κρύψεις, όταν τον αφήσεις να κυλήσει πάνω στο χαρτί, αποκτά μια μορφή που μπορείς να διαχειριστείς. Δεν εξαφανίζεται, αλλά μεταμορφώνεται. Παύει να είναι μόνο μέσα σου. Γίνεται κάτι έξω από εσένα. Γίνεται μια πρόταση, ένα απόσπασμα, ένα κομμάτι που μπορείς να διαβάσεις και να καταλάβεις. Και μόνο τότε αρχίζει να χάνει τη δύναμή του.
Στην εικόνα, αυτός ο άντρας — θα μπορούσα να ήμουν εγώ, θα μπορούσες να είσαι εσύ. Δεν γράφει γιατί είναι συγγραφέας. Γράφει γιατί δεν έχει άλλη διέξοδο. Και κάθε του λέξη είναι μια σταγόνα από εκείνο το σκοτεινό μελάνι της ψυχής. Κάθε του σκέψη είναι ένας κόμπος που λύνεται. Δεν είναι η τέχνη που τον σώζει. Είναι η ειλικρίνεια.
Γι’ αυτό, αν ποτέ νιώσεις το βάρος να σε τραβάει προς τα μέσα, μην το αφήσεις να σε πνίξει. Μίλα του — ή καλύτερα, γράψε το. Ίσως να μην αλλάξει κάτι στον κόσμο. Αλλά σίγουρα, θα αλλάξει κάτι μέσα σου.
“όταν ο πόνος βαραίνει την ψυχή, γίνεται μελάνι στο χαρτί”




