Είχα διαβάσει κάτι — μια φράση, τίποτα το ιδιαίτερο θα έλεγες, σχεδόν περαστική. Μα έμεινε. Πέρασε από τα μάτια, μπήκε στον νου, και κάπου εκεί μέσα άρχισε να απλώνεται. Σαν να είχε ρίζες. Δεν ήταν η λέξη το πρόβλημα, αλλά η αδυναμία μου να την αποβάλω. Να την ξεχάσω. Και δεν άργησα να καταλάβω ότι κάτι μέσα μου σκοτείνιασε.
Το σκέφτηκα ξανά και ξανά — πώς μια λέξη, αν της δώσεις χώρο, μπορεί να γίνει μόνιμη. Σαν μύκητας στην καρδιά. Δεν σε χτυπάει κατευθείαν. Σε κατακτά σιγά-σιγά. Με αμφιβολίες, με πικρίες, με φράσεις που αρχίζεις να επαναλαμβάνεις εσωτερικά, μέχρι να τις πιστέψεις.
Γι’ αυτό έγραψα το απόφθεγμα αυτό — γιατί ήθελα να το πω και σε μένα και σε όποιον το χρειάζεται: μην αφήνεις την τοξικότητα να ριζώσει. Μπορεί να την άκουσες από έναν άγνωστο, μπορεί να ήταν μια σκληρή φράση από κάποιον που αγαπάς. Αλλά δεν είναι δική σου. Δεν χρειάζεται να την κρατήσεις. Δεν χρειάζεται να τη μεγαλώσεις μέσα σου.
Η εικόνα δείχνει την αρχή εκείνης της ρίζας. Το πρόσωπο που διαβάζει και δεν αντέχει αυτό που βλέπει. Εκείνη είναι η στιγμή της επιλογής: θα αφήσεις τη λέξη να μείνει; Ή θα την ξεφορτωθείς, πριν γίνει πιο βαριά απ’ όσο πρέπει;
Η καρδιά σου έχει θέση μόνο για ό,τι θρέφει. Δεν της αξίζει να μετατραπεί σε έδαφος για πόνο που δεν της ανήκει.
“αλίμονο αν αφήσεις μια λέξη να γίνει μύκητας στην καρδιά σου”




