Είχα βρεθεί σε μια συζήτηση, σε μια παρέα γνωστών, κι ενώ όλα φαίνονταν κανονικά, υπήρχε κάποιος που δεν ήταν αληθινός. Ήξερα ότι αυτά που έλεγε δεν τα εννοούσε. Φαινόταν έξυπνος, γεμάτος σιγουριά — μα ήταν σαν να φορούσε μάσκα. Και αυτή η “μάσκα” δεν τον έκρυβε τόσο από τους άλλους… όσο από τον εαυτό του.
Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα έντονα πως η αλήθεια δεν χρειάζεται φωνές για να ακουστεί. Είναι εκεί, ήσυχη, αθόρυβη, και περιμένει. Περιμένει να φανεί, γιατί αργά ή γρήγορα — πάντα φαίνεται. Το ψέμα, όσο και να το στηρίξεις, όσο κι αν το γυαλίσεις, δεν έχει ρίζες. Είναι σαν ένα χαρτόκουτο στη βροχή: φαίνεται συμπαγές, αλλά λιώνει με το πρώτο βάρος.
Γι’ αυτό το έγραψα: για να θυμάμαι πως η αλήθεια, όσο κι αν προσπαθήσεις να την παραμερίσεις, δεν παύει να υπάρχει. Δεν μπορείς να την εξαφανίσεις. Το πολύ-πολύ να την καθυστερήσεις. Και τότε, όταν εμφανιστεί, δεν χρειάζεται να φωνάξει — απλώς αποκαλύπτει τι πραγματικά ήταν όλο το σκηνικό.
Η μάσκα πάντα πέφτει. Μπορεί να μη συμβεί μπροστά σε όλους, αλλά συμβαίνει πάντα μπροστά σου. Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο — να αντικρίσεις την αλήθεια σου χωρίς φίλτρα, χωρίς ρόλους, χωρίς την προστασία που νόμιζες πως είχες. Γιατί το αληθινό πρόσωπο δεν μπορεί να μείνει κρυφό για πάντα.
Έτσι, έμαθα να προσέχω. Όχι μόνο τους άλλους — μα κυρίως τον εαυτό μου. Να μην βάζω λέξεις που δεν εννοώ, να μη χτίζω εικόνες που δεν μπορώ να υποστηρίξω. Γιατί στο τέλος, η αλήθεια έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Και προτιμώ να τον πει με τη φωνή μου… παρά εναντίον μου.
“μπορείς να κρύψεις την αλήθεια με ένα ψέμα,
αλλά ένα ψέμα δεν μπορεί να κρύψει την αλήθεια”




